επιμανθάνω

ἐπιμανθάνω (Α) [μανθάνω]
μαθαίνω επί πλέον ή μαθαίνω κατόπιν («oὔτε προμαθὼν ἐς αὐτὴν οὐδὲν οὔτ’ ἐπιμαθών», Θουκ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιμαθόντα — ἐπιμανθάνω learn besides aor part act neut nom/voc/acc pl ἐπιμανθάνω learn besides aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμανθάνοντα — ἐπιμανθάνω learn besides pres part act neut nom/voc/acc pl ἐπιμανθάνω learn besides pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμαθεῖν — ἐπιμανθάνω learn besides aor inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμαθησόμενοι — ἐπιμανθάνω learn besides fut part mid masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμαθήσεσθαι — ἐπιμανθάνω learn besides fut inf mid …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμαθών — ἐπιμανθάνω learn besides aor part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιμάθωμεν — ἐπιμανθάνω learn besides aor subj act 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσεπιμάθῃ — πρόσ ἐπιμανθάνω learn besides aor subj mp 2nd sg πρόσ ἐπιμανθάνω learn besides aor subj act 3rd sg πρόσ ἐπιμανθάνω learn besides fut ind mid 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαθαίνω — και μανθάνω (AM μανθάνω, Μ και μαθαίνω) 1. αποκτώ γνώση ή γνώσεις με σπουδές, έρευνες, εξάσκηση ή πείρα, διδάσκομαι (α. «όσο ζω μαθαίνω» β. «ἀεὶ γὰρ ἡβᾷ τοῑς γέρουσιν εὖ μαθεῑν», Αισχύλ.) 2. γίνομαι κύριος μιας γνώσης, κάνω κτήμα μου αυτό που… …   Dictionary of Greek

  • προσεπιμανθάνω — Α [ἐπιμανθάνω] μαθαίνω κάτι εκ τών υστέρων …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.